Με καταφατικό τρόπο αλλά υπό προϋποθέσεις οι ελληνικές Startup επιχειρήσεις δηλώνουν ζωηρό ενδιαφέρον για την συμμετοχή τους στις δημόσιες συμβάσεις καινοτομίας και τους συναφείς διαγωνισμούς που απορρέουν και τις αφορούν. Αρκεί να απλοποιηθεί έτι περαιτέρω το εν πολλοίς πολύπλοκο πλαίσιο διεξαγωγής τους, ξεφεύγοντας από την συνήθη αδυναμία των γραφειοκρατικών δεσμεύσεων και εν γένει χρονοβόρων εμποδίων που διακρίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας με θέμα «ΜΜΕ και Νεοφυείς Εταιρείες στις Δημόσιες Συμβάσεις Καινοτομίας», που πραγματοποίησε η Κοινωνία της Πληροφορίας σε συνεργασία με το περιοδικό Startupper. H έρευνα έλαβε χώρα το δίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου 2025.
Μάλιστα, το ακόμη πιο εντυπωσιακό – όσο και ενθαρρυντικό- στοιχείο που αφορά στην προαναφερθείσα έρευνα, αφορά στο δείγμα της, καθώς σε αυτήν συμμετείχαν 106 νεοφυείς επιχειρήσεις, μέγεθος το οποίο αντικατοπτρίζει κάτι παραπάνω από το 10% του ΣΥΝΟΛΟΥ των Startup επιχειρήσεων οι οποίες δραστηριοποιούνται στο εντός των συνόρων οικοσύστημα.
Στοιχείο, που δύναται να λειτουργήσει θεμελιωδώς στην προσπάθεια οι νεοφυείς επιχειρήσεις να επεκτείνουν την δραστηριοποίησή τους, να ενδυναμώσουν την παρουσία τους στα οικονομικά δρώμενα, καθώς επίσης και να καταφέρουν να ισχυροποιήσουν την διαδικασία ανταλλαγής γνώσης και της μετεξέλιξης της εξειδίκευσης που διαθέτουν σε προϊόντα και υπηρεσίες, πάντοτε έχοντας ως αιχμή του δόρατος την καινοτομία.
Την ίδια στιγμή, η τυχόν συμμετοχή Startup επιχειρήσεων σε δημόσιους διαγωνισμούς και συμβάσεις, θα δώσει την ευκαιρία στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα και τις επιμέρους πτυχές του να διευρύνουν αισθητά το πολυπόθητο στοιχείο της επιλογής, η οποία μπορεί να συνεπάγεται ταχύτητα, ευελιξία και απόλυτη εστίαση στην ικανοποίηση των «θέλω» που προβάλουν.
Προκειμένου λόγου να αντιληφθεί κάθε καλόπιστος την ευκαιρία που παρουσιάζεται σε ολόκληρο τον μηχανισμό που υλοποιεί τους διαγωνισμούς του Δημόσιου τομέα είναι το γεγονός πως το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 67,9% των συμμετεχόντων νεοφυών επιχειρήσεων στην έρευνα δεν έχει συμμετάσχει σε διαγωνισμό του Δημοσίου!
Κι αυτό, καθώς οι startups δηλώνουν πως οφείλεται στην πολυπλοκότητα των διαδικασιών που συνοδεύουν τους Δημόσιους διαγωνισμούς, η δυναμική ανάδυση της… αθάνατης γραφειοκρατίας, οι χρονοβόρες διαδικασίες που ακολουθούνται, καθώς επίσης και το -σε ορισμένες περιπτώσεις- δυσνόητο νομοθετικό πλαίσιο που τους διέπει.
Παράλληλα, από την σχετική «εξίσωση» δεν λείπουν και οι νεοφυείς επιχειρηματίες οι οποίοι δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο… μακρύ (χρονικά) πλαίσιο αποπληρωμής των συμφωνηθέντων, γεγονός που καθιστά ως αναγκαιότητα την χρηματοδότηση από την… τσέπη των ίδιων των Startupers, έστω κι εάν στο τέλος της ημέρες αναδεικνύεται ως «safe bet», καθώς πρόκειται για δεσμευμένους κρατικούς ή και Κοινοτικούς πόρους.

Ξεχωριστό κεφάλαιο για σημαντικό μέρος των νεοφυών επιχειρήσεων – οι οποίες ειρρήσθω εν παρόδω δραστηριοποιούνται πρωτίστως στους τομείς της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ), του ηλεκτρονικού εμπορίου και του FinTech – που έλαβαν μέρος στην έρευνα που τιτλοφορείται ως: «ΜΜΕ και Νεοφυείς Εταιρείες στις Δημόσιες Συμβάσεις Καινοτομίας”, είναι τα όσα ζητούν σε σχέση με την σταθερή συμμετοχή τους σε Δημόσιους διαγωνισμούς και αντίστοιχα έργα.
Ποια είναι αυτά; Η προκήρυξη έργων τα οποία θα διέπονται από μια περισσότερο στοχευμένη κατεύθυνση ώστε να συμπεριλαμβάνονται στην σχετική περίμετρο των υποψηφίων για την ανάληψη και υλοποίησή τους, η ταχύτερη διαδικασία αποπληρωμής την πιθανή θέσπιση πλάνου προκαταβολών, καθώς επίσης και η πολύτιμη παροχή υποστήριξης για την προετοιμασία των αναγκαίων φακέλων.
Ουσιαστικά, αφορά σε μια καινοτόμο όσο και αναστοχαστική ματιά με… εσάνς εκσυγχρονισμού στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και «τρέχουν» οι Δημόσιοι διαγωνισμοί από μέρους της ελληνικής Πολιτείας.

Πέραν όλων των άλλων, τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εξαιρετικά χρήσιμα και για έναν ακόμη λόγο που αφορά στην ρεαλιστική δυνατότητα χαρτογράφησης, μα και αποτύπωσης του εγχώριου οικοσυστήματος καινοτομίας στη χώρα μας.
Υπό αυτό το πρίσμα, αποδεικνύεται πως η εγχώρια Startup σκηνή παραμένει συγκεντρωμένη εν πολλοίς στην Αττική, η οποία και φιλοξενεί – κάτι παραπάνω – από τις μισές εταιρείες της έρευνας (50,9%), με την Θεσσαλονίκη να ακολουθεί – όπως εξάλλου αναμενόταν – ως το δεύτερο πλέον σημαντικό αστικό κέντρο (13,2%). Στην τρίτη θέση καταγράφεται μια -τουλάχιστον- μικρή έκπληξη, καθώς αφορά σε Έλληνες ιδρυτές Startup επιχειρήσεων οι οποίες δηλώνουν ως έδρα τους, κάπου στο εξωτερικό (9,4%).

Σε ότι αφορά στο μέσο μέγεθος των εταιρειών του οικοσυστήματος, δεν -θεωρείται – αποτελεί κάποια έκπληξη το γεγονός πως αυτοί είναι κατά βάση μικροί, όσο και ευέλικτοι οργανισμοί. Για την ακρίβεια το 64,2% των συμμετεχόντων αυτοπροσδιορίζεται ως Startup ή πολύ μικρή επιχείρηση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των εταιρειών διαθέτει προϊόντα σε στάδιο ωριμότητας, με το 79,2% να βρίσκεται στο πλέον προωθημένο στάδιο. Κάτι που «μεταφράζεται» ως την ύπαρξη πληθώρας από έτοιμες, όσο και απόλυτα δοκιμασμένες τεχνολογίες, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν άμεσα από το Δημόσιο τομέα και τις επιμέρους υπηρεσίες και φορείς που τον απαρτίζουν.

Η Κοινωνία της Πληροφορίας, πρωτοπόρος στο άρμα του ψηφιακού μετασχηματισμού του Δημοσίου, έχει τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή καινοτόμων λύσεων. Είναι ο κόμβος επικοινωνίας μεταξύ του Δημοσίου Τομέα και των επιχειρήσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επόμενες δράσεις της ΚτΠ στοχεύουν στην διάχυση της πληροφορίας, την εκπαίδευση των εμπλεκομένων μερών με στόχο να μετατραπεί το Δημόσιο σε επενδυτή καινοτομίας αλλά και να ενισχυθεί η οικονομία του οικοσυστήματος των ΜΜΕ και νεοφυών επιχειρήσεων με έμφαση στην ελληνική καινοτόμα επιχειρηματικότητα.






